ATWOOD MARGARET, Πολλές ζωές σε μία, Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Φέτος το καλοκαίρι, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, το βιβλίο της ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΤΓΟΥΝΤ με τίτλο ΠΟΛΛΕΣ ΖΩΕΣ ΣΕ ΜΙΑ. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική Αυτοβιογραφία τη μετάφραση της οποίας υπογράφει ο Αύγουστος Κορτώ.
Μια πολυτελής έκδοση, σχεδόν 600 σελίδων με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, στην οποία καταγράφεται η ζωή της μεγάλης δημιουργού, καθώς η Μάργκαρετ Άτγουνρ έχοντας πίσω της περισσότερες από οκτώ δεκαετίες εμπειρίας και μια συγγραφική διαδρομή που την τοποθέτησε ανάμεσα στις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, δεν αντιμετωπίζει αυτή την αναδρομή ως ευκαιρία απολογισμού αλλά ως μια ευκαιρία να διασώσει τα φαινομενικά ασήμαντα επαναφέροντας μια ολόκληρη πορεία ζωής. Γι’ αυτό και το βιβλίο της διαβάζεται πρωτίστως ως μια διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη ζωή, στη μνήμη και στη γραφή, της απόστασης που χωρίζει αυτό που πραγματικά συνέβη από αυτό που ένας άνθρωπος μπορεί, ύστερα από πολλά χρόνια, να θυμηθεί και τελικά να αφηγηθεί.
Η αρχή γίνεται στα δάση του βόρειου Καναδά, όπου η μικρή Πέγκι, κόρη του εντομολόγου Καρλ Άτγουντ, περνά μεγάλα χρονικά διαστήματα με την οικογένειά της. Εκεί διαμορφώνεται μια πρώτη σχέση με τον κόσμο η οποία θα διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τη μελλοντική συγγραφέα. Για την Άτγουντ η φύση είναι ένας τόπος όπου η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν με απόλυτη φυσικότητα, όπου το όμορφο μπορεί να γίνει επικίνδυνο και η επιβίωση αποτελεί μέρος μιας αδιάκοπης εξελικτικής πορείας. Η παρατήρηση, η συνειδητοποίηση ότι πίσω από το ορατό λειτουργούν πολύπλοκες σχέσεις αλληλεξάρτησης καλλιεργούνται εκεί, για να αποκτήσουν αργότερα λογοτεχνική μορφή.
Η Άτγουντ δεν γράφει τα γεγονότα με την ακρίβεια ενός βιογράφου και δεν ενδιαφέρεται να αποκαταστήσει ένα παρελθόν με ιστοριογραφική ακρίβεια. Ένα φόρεμα, μια γεύση ή ένα παράξενο περιστατικό μπορεί να σημαίνουν περισσότερα από μια συνάντηση με κάποιο διάσημο πρόσωπο, και αυτή η φαινομενική δυσαναλογία αποτελεί μία από τις γοητευτικότερες πλευρές του βιβλίου, επειδή αποκαλύπτει πόσο προσωπική είναι τελικά μια ανάμνηση. Η ζωή δεν παραμένει μέσα μας ως πλήρης αφήγηση. Διασώζεται αποσπασματικά, μέσα σε εικόνες και αισθήσεις που επέζησαν για λόγους τους οποίους ενδέχεται να μη μάθουμε ποτέ. Σε αυτό ακριβώς το σημείο και με αυτόν τον τρόπο η αυτοβιογραφία μετατρέπεται σε λογοτεχνία.
Η μνήμη αποκτά έτσι έντονη σωματικότητα. Η Atwood θυμάται όσα είδε και όσα άγγιξε, όσα φόρεσε, μύρισε, φοβήθηκε, επιθύμησε. Και γράφει γι’ αυτά χωρίς την ανάγκη της κριτικής διάθεσης του παρελθόντος της. Η Άτγουντ επιλέγει συχνά το χιούμορ και την αυτοϋπονόμευση. Δεν επιθυμεί να εμφανιστεί σοφότερη, επειδή γνωρίζει σήμερα όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Και αυτή η απόσταση ανάμεσα στη γυναίκα που έζησε και στη γυναίκα που θυμάται είναι ουσιαστική, γιατί προστατεύει την αφήγηση από την ψευδαίσθηση ότι μια ζωή αποκτά αναδρομικά μια τέλεια συνοχή.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα της ίδιας της λογοτεχνικής ζωής. Ο συγγραφέας δεν εμφανίζεται εδώ ως απομονωμένη ιδιοφυΐα, αλλά ως μέρος ενός πνευματικού και εκδοτικού περιβάλλοντος που δημιουργείται μέσα από φιλίες, περιοδικά, εκδότες, συναντήσεις, διαφωνίες, οικονομικές δυσκολίες, συγκυρίες και ανθρώπους που αποφασίζουν κάποια στιγμή να πιστέψουν σε ένα βιβλίο. Η ιστορία του House of Anansi και της κοινότητας που σχηματίστηκε γύρω του φωτίζει μια εποχή κατά την οποία η καναδική λογοτεχνική ταυτότητα διεκδικούσε τον δικό της χώρο.
Οι προσωπικές σχέσεις, οι γάμοι, οι έρωτες, οι φιλίες, η μακρά συντροφικότητα με τον Γκράεμε Γκίμπσον και, αναπόφευκτα, οι απώλειες περνούν μέσα από την αφήγηση και παρουσιάζουν εκδοχές της ζωής της Άτγουντ, η οποία παρατηρεί, αποθηκεύει, μετασχηματίζει και κάποτε χρησιμοποιεί, ακόμη και χωρίς να το γνωρίζει τη στιγμή που συμβαίνει, την ύλη της πραγματικότητας. Η λογοτεχνία δεν αντιγράφει τη ζωή. Την αφήνει να κατακαθίσει, να αλλοιωθεί από τον χρόνο, να περάσει μέσα από την απώλεια και τη λήθη και να επιστρέψει όταν έχει πλέον αποκτήσει τη σημασία της.
Γι’ αυτό στο Πολλές ζωές σε μία, το ερώτημα που μένει είναι τι απομένει τελικά από μια ζωή όταν επιχειρούμε να την αφηγηθούμε. Η μνήμη επιλέγει και παραλείπει, συνδέει γεγονότα που όταν συνέβαιναν δεν είχαν εμφανή σχέση, μετακινεί το κέντρο βάρους, αλλάζει την προοπτική και επιτρέπει στον σημερινό εαυτό να κοιτάξει εκείνον που υπήρξε κάποτε σαν να πρόκειται ταυτόχρονα για τον ίδιο άνθρωπο και για κάποιον άλλον. Στα ογδόντα πέντε της χρόνια, η Άτγουντ γράφει κοιτάζονταςι πίσω με την περιέργεια κάποιου που εξακολουθεί να αναρωτιέται πώς ένα γεγονός συνδέθηκε με ένα άλλο, γιατί μια εικόνα επέζησε ενώ κάποια άλλη χάθηκε, με ποιον τρόπο το παιδί μέσα στα καναδικά δάση έγινε η γυναίκα που έγραψε τα βιβλία που αγαπήσαμε, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως όταν αφηγούμαστε τη ζωή μας δεν επιστρέφουμε στον άνθρωπο που υπήρξαμε αλλά ενισχύουμε τους δεσμούς και τις σχέσεις που αποκτήσαμε στην πορεία της ζωής μαζί του. Ο Άυγουστος Κορτώ μεταφέρει για μια φορά ακόμη τον λόγο της Άτγουντ με επιτυχία.
Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΤΓΟΥΝΤ έχει γράψει περισσότερα από πενήντα βιβλία – πεζογραφία, ποίηση και κριτικά δοκίμια. Εκτός από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΑΣ και τη συνέχειά της, το μυθιστόρημα ΟΙ ΔΙΑΘΗΚΕΣ (Βραβείο Booker), μεταξύ των έργων της περιλαμβάνονται: Η ΑΛΛΗ ΓΚΡΕΪΣ (Βραβείο Giller στον Καναδά, Premio Mondello στην Ιταλία)· Ο ΤΥΦΛΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ (Βραβείο Booker)· η εμβληματική τριλογία Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ, ΟΡΥΞ ΚΑΙ ΚΡΕΪΚ (υποψήφιο για το Βραβείο Giller και για το Booker) και ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ· επίσης, H ΚΑΡΔΙΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ· η ποιητική συλλογή Ο ΘΟΡΥΒΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, η συλλογή κειμένων ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ και η συλλογή διηγημάτων ΓΗΡΑΙΕΣ ΜΩΡΕΣ ΠΑΡΘΕΝΕΣ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου