ΓΑΛΑΝΟΣΚΥΛΟΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ, ΨΥΧΟΓΙΟΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Σήμερα το literature.gr έχει τη χαρά και την τιμή να φιλοξενεί τον Απόστολο Δοξιάδη με τον οποίο μιλήσαμε κυρίως για το νέο του έργο ΓΑΛΑΝΟΣΚΥΛΟΣ, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι από εκείνες τις προσωπικότητες που δεν έχουν μία μόνο ιδιότητα. Είναι Μαθηματικός, σκηνοθέτης, συγγραφέας. Το συγγραφικό του έργο έχει ταξιδέψει πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Ενδεικτικά, το ομολογουμένως υπέροχο έργο του Ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ, που ανήκει στην κατηγορία της μαθηματικής μυθοπλασίας, έγινε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα ελληνικά μυθιστορήματα διεθνώς, ενώ το Logicomix εξελίχθηκε σε ένα εκδοτικό φαινόμενο παγκοσμίως, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και τα πιο απαιτητικά θέματα μπορούν να γίνουν συναρπαστικές αφηγήσεις και να ταξιδέψουν έξω από τα σύνορα της χώρας. Σήμερα, ο Απόστολος Δοξιάδης με τον Γαλανόσκυλο, εγκαινιάζει τη συνεργασία του με τις Εκδόσεις Ψυχογιός και μας καλεί σε μια διαφορετική περιπέτεια, όπου η πραγματικότητα συναντά το μυστήριο από την Αθήνα μέχρι τους Δελφούς, από το χτες στην Αθήνα του 1942 μέχρι στο σήμερα, περίπου στα τέλη της δεκαετίας του '90, έχοντας στο επίκεντρο έναν κεντρικό ήρωα και έναν σκύλο που δεν είναι και ακριβώς... σκύλος.
Τον ευχαριστούμε θερμά για την τόσο ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε.
1. Τι ακριβώς συμβολίζει ο Γαλανόσκυλος στο νέο σας βιβλίο;
Η λέξη «γαλανόσκυλος» δεν υπάρχει μέσα στο βιβλίο, παρά τον τίτλο του. Υπάρχει μονάχα ένα φαινομενικά μισοκακόμοιρο, καλοκάγαθο σκυλάκι που λέγεται «Γαλάνης», που τριγυρνά στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας. Αυτό κάποιες ειδικές στιγμές αλλάζει, σε ένα ον που διόλου δεν μοιάζει με τη συνηθισμένη μορφή του. Και σε αυτή τη μεταμόρφωση εμφανίζεται αναπάντεχα το γαλανό χρώμα. Όσο για το πώς ακριβώς αυτό συμβαίνει, δεν μπορώ να το αποκαλύψω χωρίς να δώσω κάποιο «σπόιλερ» για την πλοκή, κλέβοντας κάτι την απόλαυση του βιβλίου για όποιους το διαβάσουν. Να πω μονάχα, μιας και με ρωτάτε, ότι ο συμβολισμός εδώ είναι σύνθετος, όπως πρέπει να είναι κάθε σύμβολο που αξίζει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Η λέξη «σύμβολο» άλλωστε, ετυμολογικά προέρχεται από το «συν» και το «βάλλω». Ένα σύμβολο άρα εξ ορισμού συμπυκνώνει περισσότερες από μία έννοιες, και κατά συνέπεια δεν ανάγεται εις τα εξ ων συνετέθη. Έτσι, αν μπορείς να πεις «το σύμβολο Χ σημαίνει το Ψ», τότε το σύμβολο είναι ανούσιο. Ένα σωστό σύμβολο δεν είναι κωδικός, είναι μια νέα πραγματικότητα, όπως και η πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει ο Γαλάνης μέσα στο βιβλίο.
2. Το βιβλίο σας κινείται στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90 την εποχή της κάλπικης ευημερίας. Πιστεύετε ότι ξεπεράσαμε ποτέ, τελικά, αυτή την αίσθηση υπεροχής που νιώθαμε και αν όχι πώς θα μπορέσουμε να ισορροπήσουμε;
Ανέφερα ήδη την Ελλάδα της Κατοχής, όπου τοποθετείται το μικρότερο μέρος του βιβλίου. Αλλά στις περισσότερες σελίδες του κινείται ακριβώς στη δεκαετία του ’90 που είπατε, την εποχή που ο δημοσιογράφος Στέφανος Κασιμάτης πρώτος ονόμασε, σαρκαστικά αλλά πολύ καίρια, «εποχή της αστακομακαρονάδας». Η εποχή αυτή ήταν πράγματι μια εποχή κάλπικης ευημερίας. Μα όχι μόνο στην οικονομία. Η οικονομική ευημερία χωρίς αντίκρισμα -- χωρίς έργο, χωρίς κόπο που να την παράγουν, δηλαδή -- ανέδειξε τις υφέρπουσες κάλπικες κοινωνικές αξίες, της επιτήδευσης, της επίδειξης, του εξωτερικού εις βάρους του εσωτερικού, του ψεύτικου εις βάρος του αληθινού. Και βέβαια αυτή η παθολογία της ζωής άγγιξε και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και την τέχνη. Όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες της πλοκής του «Γαλανόσκυλου» της δεκαετίας του ’90 είναι δέσμιοι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, αυτής της περιρρέουσας ψευτιάς.
3. Το βιβλίο σας είναι μια κοινωνική κριτική «μεταμφιεσμένη» σε σάτιρα. Πιστεύετε ότι μέσα από τη σάτιρα και την αλληγορία μπορούν να θιγούν τα πιο σημαντικά ζητήματα μιας κοινωνίας;
Θα έλεγα ότι το βιβλίο μου είναι και κοινωνική κριτική -- αλλά όχι μόνο. Σίγουρα πάντως την εμπεριέχει, και η κριτική αυτή πράγματι εκφράζεται κυρίως με σατιρικό τρόπο. Πέρα από το ότι ο τρόπος αυτός μου πάει σαν χαρακτήρα, είναι πιο ανάλαφρος και επιτρέπει σε έναν συγγραφέα να μεταφέρει σοβαρές απόψεις χωρίς να γίνεται βαρύς και διδακτικός. Βέβαια, ο τρόπος αυτός δεν είναι επινόησή μου. Τη σάτιρα ως κοινωνική κριτική την πρωτοσυναντάμε στη δική μας παράδοση στον Αριστοφάνη. Στις κωμωδίες του δεν αφήνει τίποτε όρθιο, από την πολιτική στη δικαιοσύνη, στην τέχνη, στη φιλοσοφία. Και όλα αυτά μέσω του γέλιου.
4. Ο Δώρης Καλούσης μοιάζει να παλεύει όχι μόνο με το γράψιμο αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Έχετε προσδώσει στον ήρωά σας αυτοβιογραφικά στοιχεία σε σχέση με τη γραφή και τις αγωνίες της;
Σίγουρα ναι. Όπως σημειώνω και στο επίμετρο του βιβλίου, βέβαια, δεν είμαι ο Δώρης Καλούσης. Αλλά του έχω δανείσει πολλά από τα χειρότερα στοιχεία της συγγραφικής -- και κάποια λίγα της γενικότερης -- προσωπικότητάς μου, στοιχεία που με τυράννησαν για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου ως τώρα. Αυτά είναι η ανασφάλεια, η ανάγκη της εξωτερικής επιτυχίας για να καλυφθεί μια εσωτερική, απύθμενη αίσθηση μειονεξίας, η ώρες-ώρες υπερβολική εξάρτηση από τη γνώμη των άλλων, που πάλι είναι προϊόν εσωτερικής αδυναμίας. Όλα αυτά με τα χρόνια τα έχω τιθασεύσει σε κάποιο βαθμό. Αλλά η ρίζα τους παραμένει. Πάντως, για να μην εμφανίζομαι ως υπερβολικά μαζοχιστής, πιστεύω ότι από τα ίδια κουσούρια πάσχει η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων, καθώς είναι εγγενή σε προσωπικότητες που πάσχουν να εκφραστούν μέσα από την τέχνη, και ακόμα περισσότερο μέσα από τους ψεύτικους κόσμους που κατασκευάζει η μυθοπλασία. Παρηγοριέμαι όμως, ότι τουλάχιστον ανήκω στη μειοψηφία των πασχόντων που αναγνωρίζει την πάθηση. Κάτι είναι και αυτό.
5. Από τη μια ένας σύγχρονος συγγραφέας που βιώνει κρίση και από την άλλη μια σκοτεινή ιστορία στην Ελλάδα της Κατοχής. Πώς συνομιλεί η προσωπική κρίση του σύγχρονου συγγραφέα με το σκοτάδι της Κατοχής και τι αποκαλύπτει αυτή η παράλληλη πορεία για τη μνήμη και τη γραφή;
Δύο πράγματα πάνω σε αυτό. Το ότι ο Δώρης Καλούσης, ο πρωταγωνιστής στη σύγχρονη ιστορία, είναι συγγραφέας, δεν σημαίνει ο «Γαλανόσκυλος» είναι ένα βιβλίο που αφορά τα προβλήματα των συγγραφέων -- τα οποία άλλωστε είναι προβλήματα πολυτελείας στον σύγχρονο κόσμο και δεν βλέπω γιατί πρέπει να αφορούν τους αναγνώστες. Όχι. Το σημαντικό στον Καλούση ως ήρωα ενός μυθιστορήματος είναι ότι είναι ένας άνθρωπος που βασανίζεται από ένα εσωτερικό βαθύ βάσανο: τη μορφή και την εξέλιξη αυτού του βάσανου αφορά αυτό το βιβλίο και σημασία έχει εδώ πως το βάσανο αυτό θα μπορούσε να το κουβαλάει ο οποιοσδήποτε, είτε συγγραφέας είτε οτιδήποτε άλλο. Όπως ο «Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ», που είχα γράψει παλιά, δεν είναι ένα βιβλίο «για τους μαθηματικούς» όπως νόμισαν κάποιοι, και ακόμα λιγότερο «για τα μαθηματικά», αλλά για έναν άνθρωπο που πάσχει βάζοντας έναν στόχο μεγαλύτερο από αυτόν που μπορεί να φτάσει, έτσι και ο «Γαλανόσκυλος» δεν είναι βιβλίο «για τους συγγραφείς», και ακόμα λιγότερο «για τη συγγραφή». Τα μαθηματικά στον «Θείο Πέτρο» και η λογοτεχνία στον «Γαλανόσκυλο» είναι απλώς το πλαίσιο, το σκηνικό αν θέλετε, μιας ιστορίας ανθρώπινων παθών.
Στον άνθρωπο που βρίσκεται στο κέντρο του «Γαλανόσκυλου», τον άνθρωπο που πάσχει και ενεργεί και λέγεται Δώρης Καλούσης, έρχεται ξαφνικά κεραμίδα -- δεν βρίσκω πιο κατάλληλη λέξη -- το βιβλίο ενός εντελώς άγνωστου συγγραφέα, του Αστέρη Αυγερινού, που αφηγείται μια παράξενη ιστορία που τοποθετείται στην Κατοχή, και τούτο ακριβώς που θέλει και ο ίδιος να γράψει ένα μυθιστόρημα για την Κατοχή, βιβλίο που όλο ξεκινά και όλο δεν μπορεί να προχωρήσει. Η ιστορία του βιβλίου του Αυγερινού, αν και αγγίζει μεγάλα και σοβαρά θέματα, είναι στη βάση της περιπετειώδης, με τον τρόπο σχεδόν παιδικού αναγνώσματος. Άρα αυτό που ελκύει αρχικά τον Καλούση στον Αυγερινό είναι η μαγεία του παραμυθιού, που νόμιζε ότι έχει χάσει για πάντα θεωρώντας τον εαυτό του σοβαρό συγγραφέα. Από εκεί και πέρα, το ζήτημα του πώς ακριβώς επενεργεί η ιστορία της Κατοχής στο «τώρα» του Καλούση της δεκαετίας του '90, είναι περίπλοκο... Πάλι όμως ο φόβος των σπόιλερ με σταματά από το να πω περισσότερα.
6. Ο φιλόλογος Βασίλης Σφενδαμής, στο κατοχικό βιβλίο του Αυγερινού, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τερατώδη διαστρέβλωση της αρχαίας γραμματείας. Τελικά, η γνώση και η παιδεία είναι τρόποι αντίστασης στην εκάστοτε εξουσία;
Στο επίκεντρο της πλοκής του βιβλίου του Αυγερινού είναι ο αγώνας να στηριχθεί ο Σφενδαμής στον αγώνα του κατά αυτής της τερατώδους διαστρέβλωσης. Η διαστρέβλωση όμως, που την επιχειρεί ένας γερμανός φιλόλογος και ιδεοληπτικός αξιωματικός των Ες-Ες, δεν είναι μόνο της αρχαίας γραμματείας αλλά κυρίως της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, και του τι σημαίνει για εμάς, σήμερα. Ο αγώνας αυτός είναι κρίσιμος γιατί η γνώση και η παιδεία είναι εργαλεία που χρησιμοποιούν οι εξουσίες για να στηρίξουν την προπαγάνδα τους, πάει να πει τους μύθους χάρη στους οποίους κυβερνούν. Άρα ναι, η αντίσταση σε αυτούς είναι, τελικά, αντίσταση στην εξουσία. Και οι μύθοι αυτοί βέβαια γίνονται πολύ πιο ακραίοι, άρα και πολύ πιο επικίνδυνοι, όταν η εξουσία είναι τυραννική, όπως ήταν η ναζιστική.
7. Πόσος χρόνος συνολικά απαιτήθηκε για τη συγγραφή αυτού του έργου και τι συναισθήματα σας άφησε όταν τελικά το ολοκληρώσατε και έφυγε από τα χέρια σας;
Ο σπόρος της ιδέας που γέννησε το βιβλίο πάει είκοσι χρόνια πίσω. Η πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια να το γράψω έγινε πριν δέκα χρόνια, και σταμάτησε γιατί κατάλαβα ότι δεν ήμουν έτοιμος -- μια τέτοια συνειδητοποίηση, προσθέτω, δεν έρχεται κατόπιν διανοητικής επεξεργασίας αλλά νιώθεται, ως ανυπέρβλητος ψυχικός κάματος. Αλλά η κανονική δουλειά της συγγραφής άρχισε περίπου τρία χρόνια πριν την έκδοση, και συνέχισε εντατικά μέχρι τη συμπλήρωση του βιβλίου. Από εκεί και πέρα, τα συναισθήματα που αφήνει, σε εμένα τουλάχιστον, ένα τελειωμένο μυθιστόρημα αλλάζουν μέσα στον χρόνο. Στην αρχή, επειδή το γράψιμό του είναι ιδιαίτερα κοπιαστική και ψυχοφθόρα δουλειά αν δουλεύεις πολύ, με πάθος και επιμέλεια, κυριαρχεί η ανακούφιση ενός απλού: «Ουφ, ευτυχώς ξέμπλεξα από δαύτο!». Μόνο μετά, με τα χρόνια, αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει το βιβλίο για σένα, τι κέρδισες ψυχικά -- και ενίοτε τι έχασες -- γράφοντάς τα. Για να το πως αλλιώς, η διαδικασία του χωρισμού από ένα βιβλίου είναι διαδικασία πένθους, και όπως το πένθος έτσι και αυτή αλλάζει μέσα στον χρόνο. Άρα, για τον «Γαλανόσκυλο», που τον τέλειωσα πριν λίγους μήνες, είναι πολύ νωρίς για να σας απαντήσω για τα συναισθήματα που μου αφήνει η ολοκλήρωσή του.
8. Τελικά, αυτό το βιβλίο είναι περισσότερο μια περιπέτεια, μια σάτιρα ή μια κραυγή αγωνίας; Και τι θα θέλατε να κρατήσει περισσότερο ο αναγνώστης μετά την αναγνωστική διαδικασία;
Είναι και τα τρία μαζί, δεν είναι εύκολο να τα ξεχωρίσω. Αλλά αν έπρεπε να διαλέξω ένα και μόνο, ως το πιο σημαντικό από τα τρία για μένα ως συγγραφέα, θα έκλινα μάλλον προς το τρίτο. Από εκεί και πέρα, όπως διαπιστώνω πιο ξεκάθαρα τώρα που το βιβλίο αποκτά τους πρώτους του αναγνώστες, έχει διάφορα επίπεδα ανάγνωσης, και διαφορετικοί άνθρωποι αντιδρούν σε αυτό με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό είναι όχι απλώς θεμιτό αλλά και ευχάριστο για μένα. Μια μονοδιάστατη αντίδραση, κοινή σε όλους τους αναγνώστες, θα σήμαινε ότι το βιβλίο μπορεί να αναχθεί σε ένα απλό μήνυμα, άρα κακώς έκανα τον κόπο να το γράψω: θα μπορούσα να γράψω απλώς το μήνυμα. Μα τότε βέβαια το βιβλίο δεν θα ήταν λογοτεχνία, θα ήταν σκέτος διδακτισμός.
9. Είναι ο «Γαλανόσκυλος» μια πρόταση ελευθερίας;
Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή, και δεν νομίζω ότι δεν κάνει καλό να παίρνει κανείς ψηλά τον αμανέ και να λέει, ή να αποδέχεται άκριτα, μεγάλες κουβέντες για το έργο του. Από εκεί και πέρα, αν με ρωτάτε αν το βιβλίο λειτούργησε για μένα λυτρωτικά, η απάντηση είναι ναι -- με λύτρωσε από κάποιες εμμονές μου σε ένα βαθμό που δεν το περίμενα πριν το γράψω. Και αν, από εκεί και πέρα, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι αυτή του η λυτρωτική ενέργεια πάνω μου μπορεί να το κάνει να λειτουργήσει λυτρωτικά και σε κάποιους αναγνώστες, τότε ακόμα καλύτερα. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που μπορεί να κάνει μια τέτοια δήλωση. Ή πρόβλεψη.
10. Κλείνοντας, αφού σας ευχαριστήσουμε θερμά, θα θέλατε να προσθέσετε κάτι εσείς για το βιβλίο σας και να μας πείτε πού πιστεύετε ότι θα σας οδηγήσουν τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Για το βιβλίο δεν έχω να πω κάτι περισσότερο τώρα. Νομίζω είπα αρκετά, ίσως και παραπάνω από όσα ήθελα ώστε να μην παρέμβω στη σχέση του υποψήφιου αναγνώστη με το βιβλίο. Όσο για τα επόμενά μου συγγραφικά βήματα... Κοιτάξτε, μέχρι τον «Γαλανόσκυλο» ακολουθούσα μια συγγραφική πορεία λίγο πολύ στρωτή, με κάποια έννοια προβλέψιμη. Έστω και αν δεν ήξερα όταν έγραφα ένα βιβλίο το ποιο και το τι θα είναι το επόμενο, ήξερα ότι θα κινηθεί μέσα σε μια ρότα κάπως προδιαγεγραμμένη. Τώρα όμως, μετά από αυτόν, το μέλλον είναι για μένα πολύ πιο ανοιχτό και ελεύθερο, που πάει να πει συνάμα και πιο χαοτικό. Αυτό το άνοιγμα, που σίγουρα το προκάλεσε ο «Γαλανόσκυλος» -- ή ίσως και οι εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που μου φανερώθηκαν κατά τη συγγραφή του -- είναι όμορφο, εμπνευστικό, αλλά μαζί και τρομακτικό. Γιατί η ελευθερία επιλογών φέρνει μαζί με τη δροσιά και την ανάσα της και τον τρόμο του αγνώστου. Αλλά δεν θα αρνιόμουν ποτέ το άνοιγμα στην ελευθερία και τους κινδύνους της για χάρη της ασφάλειας. Στο κάτω-κάτω, όπως λέω και σε νέους ανθρώπους που αρχίζουν να γράφουν, όταν μου γκρινιάζουν ενίοτε για το άγχος που κουβαλάει αυτή η δουλειά: «Αν δεν θες άγχος στη δουλειά σου, ας το γράψιμο και γίνε δημόσιος υπάλληλος». Βέβαια, και οι ελάχιστοι δημόσιοι υπάλληλοι που κάνουν με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση τη δουλειά τους έχουν άγχος. Τι να κάνουμε; Ποιος είπε ότι η ζωή είναι απλή υπόθεση;=

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου