«ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ», ΜΑΙΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥΡΟΥ , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΕΜΟΣ
«…Κτίρια που με τη λιτή αλλά παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους εντυπωσίαζαν όσους δεν γνώριζαν τι κρυβόταν μέσα τους, ποια τραγική ιστορία τα βάραινε. Αν μπορούσαν να μιλήσουν οι πέτρες και τα τούβλα… Αν είχαν φωνή τα δέντρα και οι στάχτες…»
ΠΟΒΕΛΙΑ. Ένα μικρό νησί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, εκεί όπου ο χρόνος έχει σταματήσει πολλά χρόνια πριν. Αυτός είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται το νέο έργο της Μαίρης Κωνσταντούρου. Ένα από τα πιο τρομακτικά και εγκαταλελειμμένα μέρη της Ευρώπης, ένα στοιχειωμένο νησί, στο οποίο φημολογείται ότι βασίλεψε και ακόμα βασιλεύει ο φόβος. Η ιστορία αυτού του τόπου έχει γραφτεί με αίμα ψυχής, καθώς κατά τον Μεσαίωνα έκαιγαν εκεί τα θύματα της φοβερής πανώλης, ενώ αιώνες μετά δημιουργήθηκε ένα ψυχιατρικό άσυλο. Και θα ήταν εύλογο το ερώτημα γιατί και το άσυλο να αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία του νησιού. Εδώ ακριβώς είναι το θέμα με το οποίο καταπιάνεται η συγγραφέας, στοχεύοντας να καταδείξει την απανθρωπιά και την αδιαφορία τόσο του κρατικού μηχανισμού όσο και της κοινωνίας γενικότερα.
«…Όταν προδίδεις τη συνείδησή σου σε έναν κόσμο καλοσυνάτο και φιλάλληλο, νιώθεις ντροπή και θλίψη. Όταν όμως γύρω σου έχει καταρρεύσει κάθε ανθρωπιστικό ιδεώδες, η συνείδησή σου βουβαίνεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σε παρασύρει ο όχλος, σε αφομοιώνει η μάζα, σε ισοπεδώνει η συνολική κατάντια. Συμμορφώνεσαι με την επικρατούσα στάση ζωής και δικαιολογείς εύκολα τα όποια παραπτώματά σου. Ή δεν τα δικαιολογείς καν. Τα αποδέχεσαι ως μοναδικό τρόπο επιβίωσης και ξεχνάς τα πολιτισμικά υπολείμματα του παρελθόντος…»
Εκεί τοποθετεί η συγγραφέας τους ήρωές της, τους οποίους αναλύει εξαιρετικά. Ήρωες με προσωπικότητα που αποκτούν υπόσταση χάρη στη χαρακτηριστική γραφή της Κωνσταντούρου. Στον αντίποδα της ιστορίας τους -της γεμάτης φρίκη ιστορίας- δημιουργεί νέους ήρωες που είναι έτοιμοι να προτάξουν τα στήθη τους ενάντια σε ό,τι συμβαίνει εκεί, ρισκάροντας ακόμα και την καριέρα τους, προκειμένου να προσφέρουν στήριξη και αγάπη σε όσους τα έχουν ανάγκη. Ο ελληνικής καταγωγής γιατρός Αντρέα Ντελασούντα και η νοσηλεύτρια Τζιζέλα είναι αυτοί που θα προσπαθήσουν να αλλάξουν όσο γίνεται τα κακώς κείμενα. Και φυσικά, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Από τη μια ο κρατικός μηχανισμός, που αδιαφορεί για τους συγκεκριμένους ασθενείς θεωρώντας τους τελειωμένους, μειώνει όσο μπορεί τις δαπάνες για την ομαλή λειτουργία της Ποβέλια, από την άλλη τα περισσότερα μέλη του προσωπικού ενδιαφέρονται μόνο για τη θέση και τον μισθό τους, και δεν έχουν καμία διάθεση να προσφέρουν λίγη συμπόνοια στον συνάνθρωπο. Στην τόσο τραγική αυτή κατάσταση έρχονται να προστεθούν το γεγονός της αδιαφορίας των οικογενειών για τους τροφίμους και -το χειρότερο- ο ακούσιος και παράνομος εγκλεισμός ατόμων από συγγενείς, είτε για να μη χαλάσει το κοινωνικό τους προφίλ είτε για να καταχραστούν τις περιουσίες τους.
Η συγγραφέας, λοιπόν, στήνει το ανθρωπογεωγραφικό πλαίσιο στο οποίο θα βρει την ευκαιρία να αναλύσει όλα όσα στην πραγματικότητα τη βασανίζουν. Η αξία της ανθρωπιάς διάχυτη σε όλο το βιβλίο, οι σχέσεις των ανθρώπων όπως τις διαμορφώνουν ο χρόνος, η αγωνία, η απελπισία και η αναζήτηση της ελπίδας, οι αντιθέσεις της ζωής, η καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τα όρια που παραβιάζονται, η ακραία, άκρατη φιλοδοξία που δεν σέβεται τίποτα, η εγκατάλειψη των τροφίμων, η περιθωριοποίηση, η αδυναμία, ο φόβος, η βία, ο πόνος, η αγωνία, η απανθρωπιά που εξαπλώνεται σαν νόσος μολυσματική και οδηγεί στη φρίκη, η ανάσα ζωής που ανακτάται μόνο όταν πρυτανεύσει η ανθρωπιά και ευαισθησία…
«…Η πανώλη, που εξολόθρευσε εκατομμύρια πληθυσμού στην Ευρώπη και στην Ασία στο τέλος του Μεσαίωνα, δεν είχε νικηθεί. Απλώς είχε αλλάξει όνομα και εξακολουθούσε να μαστίζει τον κόσμο. Και τη θέση των αρουραίων, που βοήθησαν στην εξάπλωσή της τότε, τώρα την είχαν πάρει οι υπάνθρωποι που πολλαπλασιάζονταν με γρήγορους ρυθμούς. Ποβέλιες υπήρχαν πολλές, δυστυχώς, και θα συνέχιζαν να υπάρχουν. Από τα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζιστών και από τα εγκλήματα που διαπράττονταν καθημερινά στις γειτονιές μέχρι την εγκατάλειψη των ανήμπορων στα διάφορα άσυλα, η πανώλη της απανθρωπιάς εξαπλωνόταν ταχύτατα, ισοπεδώνοντας κάθε καλό που βρισκόταν στον δρόμο της…»
Ευρηματική η ιδέα της απόδοσης του παρελθόντος της Ποβέλια μέσω του τραγικού Αλεσάντρο και της πρωτοπρόσωπης αφήγησής του, ενσωματώνοντας άριστα το ιστορικό κομμάτι στην αφήγηση. Πολλά τα δίπολα στο έργο: η ζωή και ο θάνατος, το καλό και το κακό, η υγεία και η ασθένεια, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η απανθρωπιά και η αγάπη. Πολλοί επίσης οι στοχασμοί και οι παράγραφοι με φιλοσοφική χροιά, που η Κωνσταντούρου αρέσκεται να ενσωματώνει στα βιβλία της. Εμφανής και η μεγάλη έρευνα που έχει κάνει η συγγραφέας, τόσο για την απόδοση των κοινωνικών δεδομένων δύο εποχών, όσο και για την απόδοση των ψυχιατρικών στοιχείων που απαιτούνται. Ο αναγνώστης θα διαβάσει την ιστορία της Ποβέλια για να συναισθανθεί τους τρόπους λειτουργίας της τόσο ως καθαρτήριος τόπος όσο και ως ψυχιατρικό άσυλο. Τα συναισθήματά του εναλλάσσονται διαρκώς όταν μέσα στην ιστορία η απελπισία δίνει τη θέση της στην ελπίδα για να κυριαρχήσουν σταδιακά η αισιοδοξία, η δικαίωση και η αγάπη.
Οι δύο αφηγηματικοί χρόνοι που έχει επιλέξει η συγγραφέας συγκροτούν το ενιαίο σύνολο με αρμονία, χωρίς αφηγηματικά χάσματα. Εξαιρετικές είναι ακόμα οι περιγραφές της και συγκλονιστικές οι εικόνες που δημιουργούνται κατά την αναγνωστική διαδικασία.
«…Ήταν ντυμένος έτσι ώστε να μην αφήσει ακάλυπτο ούτε χιλιοστό του κορμιού του. Το πανταλόνι του ήταν χωμένο σε ψηλά στιβάλια και στα χέρια του φορούσε μακριά χοντρά γάντια που σκέπαζαν τα μανίκια του και έφταναν σχεδόν μέχρι τους αγκώνες. Από πάνω του είχε ριγμένο έναν μαύρο χιτώνα, μακρύ ίσαμε τους αστραγάλους του, που στο πάνω μέρος σχημάτιζε κάτι σαν κουκούλα και έκρυβε το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ένα καπέλο με φαρδύ γείσο συμπλήρωνε την περίεργη ενδυμασία του, αλλά αυτό που προξενούσε τη μεγαλύτερη, πραγματικά τρομακτική εντύπωση ήταν η μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπό του. Στο ένα του χέρι κρατούσε την ιατρική του τσάντα και στο άλλο ένα μακρύ ραβδί…»
Η σκληρότητα των ασύλων είναι τέλεια δοσμένη και όχι με αποτρόπαιες εικόνες για να προκαλέσουν το συναίσθημα, μα με απόλυτα αληθινές και τραγικές εικόνες στις σκηνές όταν χρειάζεται. Και εκεί, θα συναντήσετε τη Λουτσία, όπου η κοινή καταγωγή της με τον Αντρέα θα τους φέρει πιο κοντά και ο γιατρός θα διαπιστώσει ότι εκείνη δεν πάσχει από καμία ασθένεια. Εκεί θα τοποθετηθεί ως νέος διευθυντής ένας παρανοϊκός γιατρός που άφησε τη δική του μαύρη και αποτρόπαιη σφραγίδα στο νησί μετατρέποντας σε πειραματόζωα τους ασθενείς. Άραγε θα καταφέρει ο Αντρέα να γλυτώσει τη Λουτσία τόσο από τον παρανοϊκό γιατρό όσο και από τον σφετεριστή σύζυγό της; Τι ρόλο θα παίξουν η έγκλειστη Ρεμίνα και ο πρώην διευθυντής του ασύλου Κονταρίνι; Οι τρόφιμοι Βιτόριο και η γριούλα του; Η Δέσποινα; Ένα νεκρό παιδί; Άραγε ποια είναι η παλίρροια που θα σαρώσει τα πάντα; Το φυσικό φαινόμενο ή μια παλίρροια ψυχής;
Ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, ένα αξιοδιάβαστο βιβλίο. Για τη ζωή και την ανθρωπιά. Για την Ποβέλια που είναι ακόμα εκεί. Μόνη. Εγκαταλελειμμένη. Γεμάτη θρύλους. Ήσυχη πια, χωρίς το κολαστήριο, χωρίς το καθαρτήριο. Μόνο με τις πληγές της, αυτές που τη σημάδεψαν για πάντα, και τις μνήμες της.
«…Κρατώντας το φεγγάρι σφιχτά στην αγκαλιά της, η νύχτα πάλευε να κρατήσει μακριά τη μέρα που όλο και πλησίαζε. Στην Ποβέλια η φύση είχε σωπάσει. Τα δέντρα έστεκαν μουδιασμένα στη χειμωνιάτικη παγωνιά, ο αέρας κρατούσε τις θυμωμένες ανάσες του και μόνο τα νερά της λιμνοθάλασσας ψιθύριζαν πότε πότε το μελαγχολικό τραγούδι τους…»
Το βιβλίο Παλίρροια της Μαίρης Κωνσταντούρου, κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου