Φώτης Μανίκας, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ / ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ο Φώτης Μανίκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Το 2023 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας, από τις εκδόσεις Loggia. Για το συγκεκριμένο βιβλίο, βραβεύτηκε στα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού ο Αναγνώστης, στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, και την ίδια χρονιά έλαβε εξ ημισείας το βραβείο «Μένης Κουμανταρέας», από την Εταιρεία Συγγραφέων. Ο συγγραφέας, ζει και εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας.
1. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το νέο σας έργο με τίτλο Δεν υπήρχε πιο πιστό επιχείρημα ότι ήταν ζευγάρι από τον τρόπο που κοιτάξανε τον ουρανό. Μιλήστε μας για την πορεία αυτού του βιβλίου. Πώς ξεκίνησε να σχηματίζεται στο μυαλό σας η ιδέα του και κυρίως πώς καταλήξατε σε έναν τόσο μεγάλο τίτλο;
Η ιδέα προέκυψε τυχαία στην αρχική εικόνα της πρώτης σκηνής του βιβλίου. Για αρκετούς μήνες δούλεψα πάνω σε αυτήν την ιδέα, όχι απαραίτητα με σκοπό να γίνει βιβλίο. Είναι μια διαδικασία απο την οποία περνάω με κάθε κείμενό μου. Θέλω σε ό,τι γράφω να υπάρχει η δυνατότητα διαγραφής του, αν δεν μου βγαίνει. Περιμένω βασικά τη στιγμή που θα νιώσω το κείμενο. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε δεν έχει σημασία να συνεχίσω.
Ο τίτλος προέκυψε μέσα στο κείμενο, αλλά από νωρίς κατάλαβα ότι θα ταίριαζε στην ιστορία που έγραφα. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που επιμένω στους μεγάλους τίτλους (ακόμα). Τους θεωρώ αρκετά αφηγηματικούς, είναι κάπως σαν να ξεκινάει η ανάγνωση από τον τίτλο. Με ενδιαφέρει μια τέτοια σχέση.
2. Διαβάζουμε: «Να γίνουµε. Να φύγουµε µακριά. Να πετάξουµε. Να πετύχουµε πουλιά. Να γίνουµε να φύγουµε µακριά. Πολύ µακριά. Να µη φαινόµαστε. Να µην…». Τι είναι αυτό που θέλουν πραγματικά να αφήσουν πίσω τους οι ήρωές σας, τον κόσμο ή τον ίδιο τους τον εαυτό;
Όλα γύρω τους και μέσα τους αλλάζουν απότομα, δραστικά και δραματικά χωρίς στην πραγματικότητα τίποτα να αλλάζει εξωτερικά, αν το δούμε αντικειμενικά, δηλαδή έξω από εμάς. Αυτή η αντίθεση με ενδιέφερε από την αρχή. Σίγουρα ο εαυτός είναι αυτός που τραντάζεται αρχικά, οι δομές του, οι βάσεις στις οποίες στηρίζεται η ασφάλειά του, αλλά μαζί με τον εαυτό αλλάζει και ο τόπος. Είτε ο τόπος που προϋπήρχε, τον οποίο οι χαρακτήρες βλέπουν πλέον διαφορετικά, είτε ο νέος τόπος στον οποίο βαίνουν. Θέλω να πω ότι πάντοτε κοιτάμε μέσα από ένα πρίσμα, όταν αυτό το πρίσμα αλλάξει ή τύχει να επηρεαστεί από τις συνθήκες, τότε αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε. Αυτό συμπαρασύρει και την εικόνα που έχουμε για τον τόπο που βρισκόμαστε. Η περιφορά των χαρακτήρων μέσα στον κόσμο δείχνει αυτή την αλλαγή τόπων, ως εναλλαγή διαθέσεων, ώστε να μπορέσουν τελικά οι χαρακτήρες να συσταθούν εκ νέου στις νέες συνθήκες περνώντας μέσα από το τραύμα του χωρισμού τους. Είναι μια αλλαγή στην οποία αναγκάζονται ή (και) προσδοκούν να κατοικήσουν.
3. Τι θα λέγατε στους ήρωές σας για τις επιλογές τους αν μπορούσατε να συναντηθείτε μαζί τους;
Θα τους έλεγα να τις αποδεχτούν και αν το επιθυμούν να τις ξανακάνουν. Αν όχι, τότε θα πρέπει να βρουν τι επιθυμούν. Αυτό για μένα είναι το επείγον. Να κατοικούν το παρόν τους πιο ενεργά και ουσιαστικά.
4. Οι ήρωες του βιβλίου σας αλλάζουν «χωρίς να το αντιλαμβάνονται». Πιστεύετε ότι οι πιο ουσιαστικές αλλαγές στη ζωή μας συμβαίνουν πάντα ασυνείδητα;
Όχι απαραίτητα. Προφανώς και η συνειδητότητα είναι το διακύβευμα. Η πορεία προς τη συνειδητότητα. Αυτή η «χωρίς αντίληψη αλλαγή» συμβαίνει στους χαρακτήρες επειδή βρίσκονται σε συναισθηματική διέγερση, η συνειδητότητα τους καταρρέει για να χάσουν τον έλεγχο των πραγμάτων και των καταστάσεων και ώσπου να τον αποκτήσουν πάλι, τους συμβαίνουν εσωτερικές αλλαγές που δεν έχουν προλάβει να συνειδητοποιήσουν. Το αν είναι ουσιαστικές ή όχι αυτές οι αλλαγές το μαθαίνουν μετά. Εδώ βέβαια τίθεται σε ερώτηση και αυτή η έννοια του ελέγχου. Το κατά πόσο μας οδηγεί τελικά στη συνείδηση ή κάπου αλλού, πιο σκοτεινά. Η απάντηση δεν είναι μία φυσικά. Εξαρτάται από τη θέση του εκάστοτε χαρακτήρα μέσα στην ιστορία, κάτι που το βρήκα πολύ ενδιαφέρον από την αρχή.
5. Πόσο δύσκολο ήταν να δημιουργήσετε και να διεισδύσετε στην ψυχοσύνθεση των ηρώων αυτού του έργου;
Ήταν αρκετά δύσκολο, γιατί έπρεπε να αντιμετωπίσω χωριστά τον κάθε χαρακτήρα. Τη γυναίκα και τον άνδρα. Επίσης χρειάστηκε πολύ συχνά να επιστρέψω πίσω σε δικά μου τραύματα και πολλές φορές να αποστασιοποιηθώ τελείως από αυτά. Παράλληλα ήθελα να περιορίσω τη θέση του αφηγητή στο ελάχιστο δυνατό. Μέσα από αυτή τη σκέψη, τελικά μου βγήκε κάτι πολύ διαφορετικό. Μια τρίτη φωνή (στο κείμενο φαίνεται με τον πλάγιο λόγο) πιο ασυνείδητη, η οποία δεν είναι πάντοτε το ίδιο πρόσωπο. Είτε αφηγητής, είτε χαρακτήρας, είτε όλα μαζί. Έχει να κάνει με το σημείο, το περιεχόμενο αυτού που λέγεται, αλλά και τον τρόπο ανάγνωσης από τον αναγνώστη.
6. Υπάρχουν σκηνές πλοκής του βιβλίου που σας δυσκόλεψαν πραγματικά τόσο συναισθηματικά όσο και συγγραφικά;
Σίγουρα υπήρχαν δυσκολίες σε διάφορες σκηνές, πάντοτε θα υπάρχουν δυσκολίες, είναι μέρος της διαδικασίας κατανόησης αυτού που γράφεις πολλές φορές. Νομίζω ότι μερικές σκηνές της Μαρίας με δυσκόλεψαν περισσότερο, επειδή εμφανίζεται πιο συνειδητοποιημένη από τους δύο μέσα στην ιστορία και παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να χάσει τον έλεγχο και να αφεθεί. Εκείνες οι στιγμές της ήταν από τις πιο νευραλγικές για την πορεία που θα έπαιρνε το βιβλίο και ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός.
7. Το ότι το πρώτο σας βιβλίο με τίτλο Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας βραβεύτηκε με δύο σημαντικά βραβεία σάς απελευθέρωσε ή αντίθετα δημιούργησε ένα είδος πίεσης για εσάς όταν ξεκινούσατε τη συγγραφή του νέου σας βιβλίου;
Δεν θα το έλεγα απελευθέρωση, όχι. Ήταν πολύ ευχάριστο που συνέβη, κάπως με δυνάμωσε, αλλά έπρεπε με έναν τρόπο να διεκδικήσω εκ νέου την ελευθερία μου μέσα στις λέξεις. Η πίεση σίγουρα είχε να κάνει με την έκθεση και την ευθύνη που ένιωσα αρχικά. Νομίζω ότι οι βραβεύσεις λειτουργούν πιο πολύ για τους άλλους, για το πώς θα σε δουν οι άλλοι. Δεν θα ήθελα να χτίσω μια εντύπωση για τον εαυτό μου συγγραφικά μόνο από τη γνώμη των άλλων. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα όριο σε αυτό.
8. Μιλήστε μας λίγο και για τον τρόπο που γράφετε. Γράφετε γραμμικά ή μπορείτε να παραλείψετε τη σειρά και να γράψετε μελλοντικές σκηνές επιστρέφοντας σε προηγούμενες όταν αυτό απαιτείται; Η πλοκή είναι «έτοιμη» πριν αρχίσετε να γράφετε ή στην πορεία μπορεί να αλλάξει;
Θα έλεγα γραμμικά, αν και το εννοώ μόνο με την έννοια της συνέχειας. Δεν ακολουθώ και τη χρονική γραμμικότητα, είναι κάτι που σπάω συχνά μέσα στο κείμενο. Γράφω με συνειδησιακή ροή, οπότε δεν μπορώ να προστρέξω σε μελλοντικές σκηνές, γιατί δεν έχω ποτέ έτοιμη πλοκή στο μυαλό μου, παρά μόνο κάποιες ιδέες για το πώς πρέπει να πάει. Από την άλλη μπορώ να σταματήσω ό,τι γράφω και να γυρίσω πίσω, να το πάρω από την αρχή. Αυτό το κάνω αν θεωρήσω ότι κάτι μου ξέφυγε. Όπως ανέφερα σε προηγούμενη ερώτηση, πρέπει να φτάσω στο σημείο όπου αρχίζω να νιώθω το κείμενο σαν ζωντανό οργανισμό. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε η πορεία του κειμένου είναι μέσα στο μυαλό μου από την αρχή μέχρι το τέλος και το μόνο που απομένει είναι να το γράψω.
9. Κλείνοντας αυτή τη συνέντευξη και αφού σας ευχαριστήσουμε, θα θέλατε να προσθέσετε κάτι για το βιβλίο σας και να μας πείτε πού πιστεύετε ότι θα σας οδηγήσουν τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Αυτό το βιβλίο διαβάζεται σαν να καβαλάς ένα κύμα, αν δεν το καβαλήσεις, τότε δεν θα νιώσεις τίποτα. Γράφτηκε με αυτό τον τρόπο ώστε να δημιουργεί την εντύπωση του βιώματος των χαρακτήρων στον ίδιο τον αναγνώστη, στο «πετσί» του, χωρίς τη μεσολάβηση των λέξεων ή, για να το πω πιο σωστά, χωρίς τον μεσολαβητικό ρόλο μιας αφήγησης που σου λέει τι να νιώσεις. Επίσης και το κοφτό ιδίωμα με τις πολλές τελείες, σε ορισμένα σημεία, παίζει τον ίδιο ρόλο από την ανάποδη, δηλαδή έρχεται για να σε κόψει, να σε βγάλει από τη βολική θέση του αναγνώστη, επειδή οι χαρακτήρες όπου συμβαίνει αυτό δεν είναι στα καλύτερά τους.
Το επόμενο βήμα μου είναι σε αρχικό ακόμα στάδιο. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που γράφεται εδώ και αρκετά χρόνια και όλο αλλάζει, επαναδιατυπώνεται. Θα ήθελα να με οδηγήσει κάπου, δεν ξέρω πού, κάπου πιο ελεύθερα. Σας ευχαριστώ πολύ!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου